Η πρόπολη είναι κολλώδης ουσία, που παράγουν οι μέλισσες, η οποία προκύπτει από την συλλογή ρητινωδών εκκρίσεων από τους φλοιούς και τους οφθαλμούς φυτών, και την εμπλουτίζουν με κερί, γύρη, ένζυμα και άλλες ουσίες. Η πρόπολη χρησιμοποιείται από τις μέλισσες για να στεγανοποιήσουν και να απολυμαίνουν το εσωτερικό της κυψέλης.
Οι μέλισσες συλλέγουν πρόπολη εδώ κι εκατομμύρια χρόνια και την χρησιμοποιηούν για να καλύπσουν ρωγμές και τρύπες, λειαίνοντας επιφάνειες και μειώνοντας τα ανοίγματα στη φωλιά τους ώστε να εμποδίσουν την είσοδο εχθρών ή του υπερβολικού κρύου. Τη χρησιμοποιούν επίσης για να απολυμάνουν τα κελιά της κηρήθρας όπου θα μεγαλώσει ο γόνος τους και θα αποθηκεύσουν το μέλι και η γύρη αλλά και στο σφράγισμα των κελιών.
Η λέξη πρόπολη (πρό+πόλις), σημαίνει το μέσο υπεράσπισης της πόλης των μελισσών.
Γύρη είναι τα αρσενικά αναπαραγωγικά κύτταρα των φυτών (γυρεόκοκκοι) των Σπερματόφυτων. Στα φυτά που έχουν άνθη, οι γυρεόκοκκοι βρίσκονται στους ανθήρες των στημόνων και μεταφέρονται στη συνέχεια στον ύπερο, προκειμένου να γίνει η γονιμοποίηση του άνθους. Το πάχος των γυρεόκοκκων κυμαίνεται από 2,5 έως 250μm (μικρόμετρα). Tο χρώμα τους ποικίλλει, από το μαύρο της παπαρούνας (Papaver rhoeas L.), το ροζ–κόκκινο του πολύκομπου (Micromeria juliana (L.) Benth. ex Rchb.), το ανοικτό κίτρινο της ντάλιας (Dahlia Cav.), μέχρι το λευκό του βαμβακιού (Gossypium hirsutum L.).
Γύρη είναι τα αρσενικά αναπαραγωγικά κύτταρα των φυτών (γυρεόκοκκοι) των Σπερματόφυτων. Στα φυτά που έχουν άνθη, οι γυρεόκοκκοι βρίσκονται στους ανθήρες των στημόνων και μεταφέρονται στη συνέχεια στον ύπερο, προκειμένου να γίνει η γονιμοποίηση του άνθους. Το πάχος των γυρεόκοκκων κυμαίνεται από 2,5 έως 250μm (μικρόμετρα). Tο χρώμα τους ποικίλλει, από το μαύρο της παπαρούνας (Papaver rhoeas L.), το ροζ–κόκκινο του πολύκομπου (Micromeria juliana (L.) Benth. ex Rchb.), το ανοικτό κίτρινο της ντάλιας (Dahlia Cav.), μέχρι το λευκό του βαμβακιού (Gossypium hirsutum L.).
Γύρη είναι τα αρσενικά αναπαραγωγικά κύτταρα των φυτών (γυρεόκοκκοι) των Σπερματόφυτων. Στα φυτά που έχουν άνθη, οι γυρεόκοκκοι βρίσκονται στους ανθήρες των στημόνων και μεταφέρονται στη συνέχεια στον ύπερο, προκειμένου να γίνει η γονιμοποίηση του άνθους. Το πάχος των γυρεόκοκκων κυμαίνεται από 2,5 έως 250μm (μικρόμετρα). Tο χρώμα τους ποικίλλει, από το μαύρο της παπαρούνας (Papaver rhoeas L.), το ροζ–κόκκινο του πολύκομπου (Micromeria juliana (L.) Benth. ex Rchb.), το ανοικτό κίτρινο της ντάλιας (Dahlia Cav.), μέχρι το λευκό του βαμβακιού (Gossypium hirsutum L.).
Η Κεφαλληνιακή Ελάτη (Abies cephalonica – Ελάτη η κεφαλληνιακή)
είναι ένα από τα τρία είδη ελάτης που συναντάμε στην Ελλάδα και αποτελεί ενδημικό είδος
της χώρας μας. Από το δέντρο αυτό παράγεται ένα μέλι εξαιρετικής ποιότητας, ιδιαίτερα
παχύρευστο που δεν κρυσταλλώνει ποτέ λόγω του χαμηλού ποσοστού γλυκόζης που
περιέχει. Έχει έντονο δασώδες άρωμα και χρώμα συνήθως σκούρο, κοκκινωπό ή και λίγο
πιο ανοιχτό ανάλογα με την προέλευσή του..
Το μέλι Κουμαριάς συλλέγεται από τις νεκταροεκκρίσεις του φυτού της Κουμαριάς (Arbutus unedo). Έχει
χαρακτηριστική, δυνατή, πολύ γεμάτη, υπόπικρη γεύση με αρωματικές νότες πικρής καραμέλας, που το
κάνει να ξεχωρίζει από τα άλλα μέλια. Στην υπόπικρη γεύση του οφείλει τη διεθνή ονομασία του «bitter
honey» (πικρό μέλι). Λόγω του χαμηλού ποσοστού γλυκόζης και φρουκτόζης προτιμάται ιδιαιτέρως από
εκείνους που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη..
Δεν είναι λίγοι αυτοί που χαρακτηρίζουν το θυμαρίσιο μέλι ως τον βασιλιά των μελιών. Παράγεται από το θυμάρι, το κορυφαίο μελισσοκομικό φυτό της χώρας μας και δικαίως θεωρείται μία από τις καλύτερες ποικιλίες μελιού παγκοσμίως. Με μοναδικά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, κεχριμπαρένιο χρώμα, μοναδική γεύση και άρωμα Ελλάδας, κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί σε μία σταγόνα ελληνικού θυμαρίσιου μελιού.
Το μέλι καστανιάς είναι ένα μέλι μεικτής προέλευσης από το νέκταρ ανθέων καστανιάς και από τις μελιτώδεις εκκρίσεις που παράγονται από την αφίδα Myzocallis castanicola. Η ελαφρώς πικρή επίγευσή του και το γεγονός ότι είναι ένα μέτριας γλυκύτητας μέλι καθιστούν το καστανόμελο μοναδικό.
Το μέλι Κουμαριάς συλλέγεται από τις νεκταροεκκρίσεις του φυτού της Κουμαριάς (Arbutus unedo). Έχει
χαρακτηριστική, δυνατή, πολύ γεμάτη, υπόπικρη γεύση με αρωματικές νότες πικρής καραμέλας, που το
κάνει να ξεχωρίζει από τα άλλα μέλια. Στην υπόπικρη γεύση του οφείλει τη διεθνή ονομασία του «bitter
honey» (πικρό μέλι). Λόγω του χαμηλού ποσοστού γλυκόζης και φρουκτόζης προτιμάται ιδιαιτέρως από
εκείνους που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη..
Ένα μέλι που κρύβει στο σώμα του όλα τα αρώματα της πορτοκαλιάς, ενός από
τα πιο εύγευστα και αρωματικά εσπεριδοειδή. Η γεύση του είναι ιδιαίτερα γλυκιά, δροσιστική και
γεμάτη. Το χρώμα του είναι κίτρινο, φωτεινό και λαμπερό. Δίνει υπέροχο άρωμα και γεύση σε
οποιαδήποτε σπιτική δημιουργία σας.
